«ουκ εμού, αλλά του λόγου ακούσαντες σοφόν έστιν Έν πάντα είναι»


1.7.3.5 «Φαρισαϊκή» ηθική και αυθεντικότητα




Το βάφτισμα αρνητικών ατομικών ηθικών συμπεριφορών ακόμα και σε περιπτώσεις που  δεν σχετίζονται καθόλου με θρησκευτική πίστη και πολιτική δράση, με τα ονόματα θρησκευτικών ρευμάτων , πολιτικών κινημάτων  η ακόμα και ονόματα θεοτήτων  λαών που ηρθαν σε σύγκρουση με τον Ιουδαϊσμό, είναι συχνή συνήθεια στις αβρααμικές παραδόσεις , όχι όμως  και στην Ινδοευρωπαϊκή και  αρχαιοελληνική παράδοση.

Γι αυτό τον λόγο το παρόν ιστολόγιο δεν υιοθετεί την συγκεκριμένη ονοματολογία αυτής της έννοιας (που ειναι η αντίθετη της ινδοευρωπαϊκής έννοιας της αυθεντικότητας και σχετίζεται με την έννοια της υποκρισίας)  η οποία  αποδόθηκε πριν περίπου δυο   χιλιάδες χρόνια ως ένα προϊόν μιας εσωτερικής αντιπαραθέσεως στους κόλπους του Ιουδαϊσμού ανάμεσα στους Φαρισαίους (ήταν το ένα από τα τρια μεγαλύτερα ρεύματα του Ιουδαϊσμου εκείνης της εποχής, ήταν οι Εσσαίοι και οι Σαδδουκαίοι) και στον Χριστιανισμό, που ήταν τοτε   μια νέα μεσσιανική αίρεση με κεντρικό  πυρήνα της τον Ιουδαϊκό μεσσανισμό και εξωτερικό περιτύλυγμα δοξασίες , μύθους και παραδόσεις από κάθε άλλο διαδεδομένο θρησκευτικό ρεύμα της εποχής, από  παραδόσεις των Ινδουδιστών και τον Μιθραϊσμό μέχρι την αρχαία Αίγυπτο και τους Βαβυλωνίους.


Στην Παλαιά Διαθήκη (Τορά) αλλά και στην Ιουδαιοχριστιανική παράδοση εμφανίζονται ονόματα θεοτήτων διαφόρων λαών και θρησκειών με τους οποίους οι εβραιοι είχαν εχθρότητα και τους παρουσιάζουν ως «σατανάδες» (βλέπε «Βεελζεβούλ», «Εωσφόρος», «Λούσιφερ» κλπ) με τους  οποίους ακόμα και σήμερα στον 21ο αιώνα του ελλαδιστάν, γιαγιάδες συνεχίζουν να εκφοβίζουν τα εγγόνια τους ότι αν δεν φάνε όλη τους την κρέμα με το λογότυπο της αγαπημένης τους πολυεθνικής εταιρείας που τους αγόρασαν, θα τους βράζουν μετά θάνατον σε καζάνια και μάλιστα δια παντός, το μαρτύριο τους θα είναι δίχως τέλος!

Ποιός όμως ήταν ο "Βεελζεβούλ;"
Διαβάζουμε σχετικά στην παρακάτω πηγή

Βάαλ-ζεβούλ) [«Κύριος της Μεγαλοπρεπούς Κατοικίας»· ή, αν έχει γίνει λογοπαίγνιο με τη μη Γραφική εβρ. λέξη ζέβελ (κοπριά), «Κύριος της Κοπριάς»].

Ο Βάαλ τον οποίο λάτρευαν οι Φιλισταίοι στην Ακκαρών. Αποκαλούνταν και «Βάαλ-ζεμπούμπ» που σημαίνει «Ιδιοκτήτης (Κύριος) των Μυγών». Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Εβραίοι συνήθιζαν να αλλάζουν τα ονόματα των ψεύτικων θεών, χρησιμοποιώντας μια παρόμοια λέξη που, όμως, είχε υποτιμητική έννοια. Έτσι λοιπόν, η λέξη «ζεμπούμπ» ίσως είναι παραφθορά του τίτλου «Ζαβούλ» («Άρχοντας») ή Ζεβούλ που έφερε ο Βάαλ, τον οποίο τίτλο συναντάμε στα κείμενα της Ρας Σάμρα. Ωστόσο, μερικοί λόγιοι προβάλλουν την εκδοχή ότι το όνομα Βάαλ-ζεμπούμπ το έδωσαν στο θεό οι λάτρεις του επειδή θεωρούσαν ότι αυτός παρήγε τις μύγες και επομένως ήταν σε θέση να τηρεί υπό έλεγχο αυτή τη μάστιγα που ήταν κοινή στη Μέση Ανατολή. Δεδομένου ότι ο Βάαλ-ζεμπούμπ συνδεόταν με τη χρησμοδοσία, άλλοι υποστηρίζουν ότι θεωρούνταν θεός που χρησμοδοτούσε με βάση το πέταγμα ή το βόμβο μιας μύγας.

Ο Βασιλιάς Οχοζίας του Ισραήλ έστειλε αγγελιοφόρους να ρωτήσουν τον Βάαλ-ζεβούλ αν επρόκειτο να συνέλθει από το σοβαρό τραυματισμό του ή όχι. Ο Ιεχωβά τον επέπληξε μέσω του Ηλία του προφήτη του με τα εξής λόγια: «Δεν υπάρχει Θεός στον Ισραήλ και στέλνεις να ρωτήσεις τον Βάαλ-ζεβούλ, το θεό της Ακκαρών; Γι’ αυτό, από το ντιβάνι στο οποίο ανέβηκες δεν θα κατεβείς, επειδή εξάπαντος θα πεθάνεις.



Αντίθετα με ότι κάνουν οι αβρααμικές παραδόσεις, οι  αρχαίοι Έλληνες σέβονταν τους Θεούς των γειτονικών τους λαών και συχνά μάλιστα τους προσάρμοζαν και τους ενσωμάτωναν στο δικό τους πάνθεον και στον δικό τους πολιτισμό όπως είδαμε σε προηγούμενο άρθρο ότι έγινε και με τον Διόνυσο.

Επίσης η  ηθική στάση ενάντια στον "φαρισαϊσμό" που περιγράφεται στην Καινή διαθήκη δεν είναι κάτι νέο για την Ευρώπη και δεν εισήχθη από τον Χριστιανισμό αλλά  είναι ουσιαστικά η έννοια της αυθεντικότητας (η οποία εμπεριέχει και αυτή της σεμνότητας , δηλαδή την μη έπαρση) όπως υπάρχει στους Ινδοευρωπαϊκούς πολιτισμούς και έρχεται σε αντιπαράθεση με την «φαρισαϊκή» υποκρισία.

Μελετάμε λοιπόν την έννοια του «φαρισαϊσμού» καθώς μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την έννοια της αυθεντικότητας που είναι τεράστιας σημασίας για τις ινδοευρωπαϊκές παραδόσεις.

 Οι αρχαίοι Έλληνες ουδέποτε εκτιμούσαν την υποκρισία. Έτσι ο Γοργίας έλεγε: “Ο άνθρωπος οφείλει να φροντίζει όχι απλώς να φαίνεται καλός, αλλά να είναι πράγματι.”, ενώ ο Δημόκριτος τόνιζε: “Πολλοί δρώντες τά αίσχιστα λόγους αρίστους ασκέουσιν (λένε)”.

Ο Πλάτων έγραψε: “Ο λύκος, που είναι το πιο άγριο ζώο, μοιάζει με το σκύλο, που είναι το πιο ήρεμο. Εκείνος που θέλει να είναι ασφαλής, πρέπει να φυλάγεται από αυτές τις ομοιότητες.”, θέλοντας να αναδείξει με την αντιπαραβολή αυτή τον υποκριτή άνθρωπο. Ο Πολύβιος έγραψε πολύ σκωπτικά για μια μορφή υποκρισίας: “Τα δάκρυα των κληρονόμων δεν είναι παρά γέλια κάτω από μάσκα”.


Ανεξάρτητα από την ονοματολογία, η κατανόηση του περιεχομένου αυτής της έννοιας έχει τεράστια σημασία , καθώς βοηθά στην ταχύτερη ταυτοποίηση τέτοιων φαινομένων απέναντι στα οποία η μόνη υγιής αντιμετώπιση που είναι δυνατόν να υπάρξει είναι μηδενική ανοχή και άμεση και οριστική ρήξη με οποιαδήποτε άτομα , κύκλους ατόμων , φορείς (πολιτικούς , θρησκευτικούς , «φιλοσοφικούς»  η οτιδήποτε άλλο) είτε διέπονται από ένα τέτοιο πνεύμα «φαρισαϊκής» ηθικής είτε πάλι αντί να καταπολεμούν άμεσα κάθε εμφάνιση του φαινομένου σαν να ήταν μια σπίθα φωτιάς στο χαλί του ναού τους (που θα μετατραπεί σύντομα σε πυρκαγιά και θα καεί ολόκληρος ο ναός) το ανέχονται και στην πραγματικότητα το εκκολάπτουν  και εν τέλει αντί για εκκολαπτήρια αυθεντικών ηθικών ανθρώπων καταλήγουν να λειτουργούν ως ένα ακόμη εκκολαπτήριο του "φαρισαϊσμού".

Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες είναι δυστυχώς γεμάτες από τέτοια "φαρισαϊκά" εκκολαπτήρια και το μόνο που αλλάζει κάθε φορά είναι το δόγμα ( θρησκευτικό , "εσωτερικό" , "ανθρωπιστικό", φιλοσοφικό, ηθικό, μαρξιστικό, "αντιρατσιστικό" , "εθνικιστικό" , "τεκτονικό" κλπ). Υπό μια βαθύτερη έννοια αν το δει κανείς, όλα αυτά τα εκκολαπτήρια παρά τις φαινομενικά "τελείως διαφορετικές" αντιλήψεις , τρόπους οργάνωσης , κοινωνική επιρροή, αριθμό μελών, σκοπούς που πρεσβεύουν η τις όποιες τεράστιες διαμάχες μπορεί να έχουν μεταξύ τους η τις διαφορετικές ηθικές, μεσσιανικές ή σωτηριολογικές "αποστολές" που ισχυρίζονται ότι έχουν,  είναι στο βάθος τους μεταξύ τους "ίδια", καθώς ακριβώς το ίδιο είναι το πνεύμα από το οποίο διέπονται ... Οπότε η ίδια η ύπαρξη κάθε τέτοιου οργανισμού δεν συνεισφέρει σε τίποτα παραπάνω εκτός από μεγαλύτερη "ποικιλία" για να διαλέξει κανείς την δική του..."ατραπό" στον "φαρισαϊσμό".

Υπάρχει σήμερα πλέον διαθέσιμη από μια "φαρισαϊκή" "ατραπός" για κάθε διαφορετικό γούστο, η πιο ορθά για κάθε διαφορετικού τύπου ανθρώπινη εγωιστική αυταπάτη.

 Και εκείνο που τείνει να εκλείψει είναι ο αυθεντικός άνθρωπος , όποιο και να είναι το δόγμα του και ο σκοπός που υπηρετεί, ο άνθρωπος του "γνῶθι σαὐτόν"  και του "μηδέν ἄγαν", o άνθρωπος που πράγματι ΕΙΝΑΙ αυτό που ο ίδιος πιστεύει για τον εαυτό του ότι είναι!

Όπως έχει αναφερθεί και σε άλλα άρθρα, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε παραδόσεις και θρησκευτικές προσεγγίσεις διαφορετικές από την δική μας πρέπει να είναι αντικειμενικός, δηλαδή να παρουσιάζουμε τα πράγματα ως έχουν χωρίς διαστρεβλώσεις και φανατισμούς. 

Παρότι λοιπόν ο Χριστιανισμός στην επικρατούσα τουλάχιστον μορφή του ως θρησκεία είναι αρκετά ασύμβατoς και σε μεγάλο βαθμό ξένος με τον παραδοσιακό και αυθεντικό Ευρωπαϊκό και Ελληνικό πολιτισμό, είναι γεγονός ότι στον Χριστιανισμό έχουν ενσωματωθεί και στοιχεία από Ινδοευρωπαϊκές παραδόσεις,όπως και αρχέγονες παραδόσεις διαφόρων λαών . Όποιος μη χριστιανός αντιμετωπίζει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι, χωρίς ταυτίσεις , χωρίς διαστρεβλώσεις, χωρίς εξιδανικεύσεις και αφορισμούς, χωρίς άγνοια και  φανατισμό, μελετώντας την Καινή Διαθήκη θα ανακαλύψει όχι μόνο τα διάφορα αρνητικά που παρουσιάζονται σε άλλα άρθρα σε αυτό το ιστολόγιο, αλλά και αρκετά θετικά διδάγματα , όπως για παράδειγμα είναι και η παραβολή του Καλού Σαμαρείτη σε αντιπαράθεση με την στάση του "Ιερέα" και του "Λευίτη" που είχε παρατεθεί σε παλαιότερο άρθρο, η έννοια του να αντιμετωπίζει κανείς με δικαιοσύνη τους προσωπικούς του  «εχθρούς» εντός της ίδιας κοινότητας κλπ. Έτσι εδώ παρατίθεται η παραβολή του Φαρισαίου και του Τελώνη, που είναι επίσης εξαιρετική μαζί με κάποια ερμηνευτικά αποσπάσματα γραμμένα όλα από Χριστιανούς.

Αφού ο αναγνώστης κατανοήσει το  νόημα της  έννοιας, αφήνεται ως εξάσκηση να προσπαθήσει να εντοπίσει και παραδείγματα από άτομα και  καταστάσεις που έχει συναντήσει στην προσωπική του εμπειρία και βίο , είτε παλαιότερα είτε και πολύ πρόσφατα…



Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου

Είπε δε και προς μερικούς, που είχαν την αλαζονικήν αυτοπεποίθησιν ότι είναι δίκαιοι και περιφρονούσαν τους άλλους, την παραβολήν αυτήν. “Δυο άνθρωποι ανέβησαν στο ιερόν να προσευχηθούν, ο ένας Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης.  Ο Φαρισαίος εστάθη επιδεικτικώς δια να προκαλή εντύπωσιν· και δια να δοξάση τον ευατόν του, αυτά προσηύχετο· Σε ευχαριστώ, Θεε μου, διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί η και ωσάν αυτός ο τελώνης.  Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, Δευτέρα και Πεμπτην, δίδω το δέκατον από όλα γενικώς όσα αποκτώ. Εγώ είμαι ενάρετος. Και ο τελώνης, που εστέκετο κάπου μακρυά από το θυσιαστήριον, δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώση στον ουρανόν, αλλ' εκτυπούσε το στήθος του λέγων· Θεε μου, σπλαγχνίσου με τον αμαρτωλόν και συγχώρησέ με. Σας διαβεβαιώνω, ότι αυτός ο περιφρονημένος από τον Φαρισαίον τελώνης κατέβηκε στο σπίτι του με συγχωρημένας τας αμαρτίας του, αθώος και δίκαιος ενώπιον του Θεού, παρά ο Φαρισαίος εκείνος. Διότι κάθε ένας που υψώνει τον ευατόν του, θα ταπεινωθή από τον Θεόν και θα καταδικασθή, ενώ εξ αντιθέτου εκείνος που ταπεινώνει τον ευατόν του θα υψωθή και θα δοξασθή από τον Θεόν”. (Λουκά 18 9-14)



«Φαρισαϊσμός», η ύπουλη ασθένεια


Στην Εκκλησία μας υπάρχει ο όρος φαρισαϊσμός. Έιναι μία ωραιοπάθεια και ένας άκρατος ναρκισσισμός ντυμένος με θρησκευτικό μανδύα. Είναι μία λεπτή αρρώστια, η βδέλλα της ψυχής που καταπίνει κάθε πνευματική ικμάδα. Η κλινική εικόνα της είναι δύο πράγματα, πρώτον η κενοδοξία με την αυτοπροβολή και τον αυτοθαυμασμό και δεύτερον η κατάκριση και περιφρόνηση του πλησίον. Είναι βαριά αρρώστια με τις δύο αυτές συνταιριασμένες εκφάνσεις, που την βρίσκεις στο χώρο των λεγόμενων χριστιανών. Στα πρόσωπα αυτά θα βρει κανείς τον εύκολο σκανδαλισμό και την κρίση και διαπόμπευση των άλλων, καθώς και την ιεροκατηγορία. Η όλη ενασχόληση με τα των άλλων είναι μια έμμεση φυγή από τον εαυτό τους και μία επανάπαυση στον πνευματικό λήθαργο. Οι αμαρτωλοί αδελφοί είναι τα σημεία της σύγκρισης και ανάδειξης των δικών του αρετών. Είναι ένας μόνιμος παρασυρμός των ανθρώπων της πίστεως να ενασχολούνται με τυπικές θρησκευτικές πράξεις που δεν εγγίζουν την καρδιά τους, αλλά μόνον τους δίνουν την ψευδαίσθηση του καλού χριστιανού που έκανε τα θρησκευτικά του καθήκοντα και τις υποχρεώσεις σαν ένα καλό προσκοπάκι. Δεν γυρίζουν όμως ποτέ να αφουγκρασθούν την φωνή της συνειδήσεώς των για την κάθαρση του εαυτού των. Δεν μπορούν να εννοήσουν ότι και ο αμαρτωλός είναι εικόνα Θεού και δεν μπορούν να δουν τα καλά με τα οποία ο Θεός τον προίκισε και ότι χρήζει της αγάπης και των προσευχών του ελέους όλων.

Υπάρχει έλλειψη αγάπης δικής των καθώς και παντελής άγνοια της αγάπης του Θεού, που στην ζωή αυτή δεν ήρθε για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να τον σώσει. Ο αμαρτωλός είναι εύκολο μέσα από την αηδία και τον κορεσμό της αμαρτίας να βρεί τον δρόμο της μετάνοιας και της ανάστασής του, γιατί μέσα του η συναίσθηση των αμαρτιών του και ο καταιγισμός των ενοχών του δίνουν πολλή ταπείνωση και πόθο για να πλησιάσει πραγματικά το Θεό. Ζει τόσο εμπειρικά τη νέα γη, τη νέα εν Χριστώ ζωή του, με τόση αγάπη στο Θεό, όπως ακριβώς είπε ο Κύριος στην πόρνη που Του άλειψε τα πόδια με μύρο "αυτή αγάπησε πολύ, διότι της συγχωρέθηκαν πολλά". Αντιθέτως, θα δει κανείς σ' εκείνους που ζουν φαρισαϊκά την πνευματική σχιζοφρένεια σε όλο το μεγαλείο της καθώς και τον καθωσπρεπισμό και τον τυπικό καταναγκαστικό τρόπο σχέσης με τον Θεό και την Εκκλησία. Είναι μία επανάπαυση και μία αυτοβεβαίωση του ανθρώπου ως του καλύτερου χριστιανού το να μετρά νηστείες που κάνει και τα αφιερώματα που δίνει και τα κεριά και τις δωρεές και τα προσκυνήματα σε μοναστήρια και την προσφορά ελεημοσύνης στο φιλόπτωχο. Θέλει να θεάται τα έργα του και να αυτοθαυμάζεται και το κυριότερο, να επαναπαύει και να αποκοιμίζει τη συνείδησή του στις φωνές των τύψεων, που ανελέητα, τον ταλανίζουν.  



Η Τυπολατρία και ο Φαρισαϊσμός οδηγούν στην υποκρισία


Ο Ιησούς εδώ καταδικάζει την τυπολατρία. Οι φαρισαίοι είχαν το θάρρος στους στην προσωπική αυτοθυσία μέσα από την τυπολατρία πιστεύοντας πως έτσι μπορούσε ο άνθρωπος να σταθεί μπροστά στον Θεό. Αυτός ήταν ο λόγος που χωρίς δισταγμό βιάστηκαν να κατηγορήσουν τους μαθητές του Χριστού για παραβίαση του νόμου γιατί αφού πείνασαν μαδούσαν στάχυα το Σάββατο για να φάνε.  Αντίθετα ο Ιησούς τονίζει πως ο Θεός εκείνο που ζητά είναι έλεος και όχι θυσία μέσα από την τυπολατρία.

Έτσι ο Ιησούς δεν διστάζει  ούτε λεπτό μπροστά στις απειλές και τον φόβο που σπέρνουν οι τυπολάτρες. Ενώ λοιπόν ήταν Σάββατο δεν διστάζει να θεραπεύσει τον άνθρωπο με το ξερό χέρι. Η τυπολατρία συχνά οδηγά και στην υποκρισία αφού σκοπό της έχει την δόξα των ανθρώπων και την αυτό- δικαίωση. « Αν λοιπόν κανείς δεν θα δίσταζε το Σάββατο να σώσει το ζώο του όταν αυτό κινδυνεύει πόσο μάλλον δεν θα πρέπει να διστάζουμε να κάνουμε το καλό στους άλλους» τονίζει ο Ιησούς.

Αξίζει να εννοήσουμε εδώ πως  αυτή η αντίσταση του Ιησού ενάντια στην τυπολατρία έγινε με κίνδυνο την ίδια του την ζωή δείχνοντας πόσο μισεί ο Θεός αυτή την θανάσιμη αμαρτία. Γνώριζε πολύ καλά πως η ζωή του είναι στα χέρια του Θεού και γι’ αυτό συνέχισε το έργο που του είχε αναθέσει χωρίς κανένα δισταγμό αλλά με ταπεινό και ήσυχο πνεύμα.



Ο Φαρισαίος αρχίζει από την αυταρέσκεια και καταλήγει στην κατάκριση


Ο Φαρισαίος απαριθμεί στον Θεό τα προτερήματα και τις αρετές  του. Δείχνει αυτοπεποίθηση και αυταρέσκεια, αναφέροντας τις (δήθεν) αρετές του και συγκρίνοντας τον εαυτό του με τους άλλους Ετσι βρίσκει τον εαυτόν του πολύ καλό και όπως τον θέλει ο Θεός :«Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί… νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι ...».κ.λ.π. δηλ. δεν είμαι σαν τους άλλους, άρπαξ άδικος και μοιχός. Επί πλέον νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω το δέκατον των εισοδημάτων μου στον Ναό.

Μέχρις εδώ βέβαια λέει την αλήθεια. Αλλά στην συνέχεια η προσευχή του καταλήγει σε κατάκριση των άλλων ανθρώπων ότι είναι «,…, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί…» και ιδιαίτερα του συμπροσευχομένου του Τελώνη  «η και ως ούτος ο Τελώνης». Στην κατάσταση αυτή ο Φαρισαίος βλέπει τις «καλές του πράξεις» σαν προσωπικά κατορθώματα και θεωρεί ότι δικαιούται επαίνου..
Ο μεγάλος κίνδυνος της πνευματικής μας ζωής, είναι να γίνει, η περιαυτολογία και η καυχησιολογία «στάση ζωής». Δηλαδή να αναμένει, ο δήθεν στα  έργα «ευσεβής», την δίκαιη ανταπόδοση από τον Θεό και να περιπέσει σε αυτάρκεια. Να νομίσει ότι είναι ήδη «σωσμένος».Φαλκιδεύεται έτσι, όλος ο πνευματικός του αγώνας και δημιουργείται έτσι η ψευδαίσθηση «δικαίωσης», η μάλλον «αυτοδικαίωσης».


Ο Φαρισαίος όμως εκτός των άλλων γίνεται και αντικοινωνικός. Διότι η  προσευχή του κορυφώνεται στην εξουθένωση του Τελώνη. Είναι τρέχουσα πρακτική, ότι ο αληθινός Χριστιανός μισεί την αμαρτία, αλλά ποτέ δεν μισεί και δεν εξουθενώνει τον αμαρτωλό. Ο «Φαρισαϊσμός» δημιουργεί ατομιστές και ατομοκράτες. Διότι ο Φαρισαίος περιορίζει τον κόσμο στο άτομό του. Κοινωνικό σώμα είναι μόνο υπαρκτό, όπου κυριαρχεί η πίστη στην συμπληρωματικότητα του ενός ανθρώπου από τον άλλο. Εκεί, που μαθαίνει κανείς να βλέπει και να προσέχει τις αρετές και τα προσόντα του άλλου και όχι τις αδυναμίες του. Ο οποιοσδήποτε όμως «Φαρισαίος» δεν αισθάνεται κανέναν γύρω του σαν αδελφό του. Γιατί υπάρχει πρώτα αυτός και έπειτα οι άλλοι. Η μάλλον υπάρχουν και οι άλλοι, αλλά μόνο για την δική του εξυπηρέτηση και ευτυχία.



Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου.


Η τάξη των Φαρισαίων εκπροσωπούσε την υποκρισία και την εγωιστική αυτάρκεια και έπαρση. Τα μέλη της απόλυτα αποκομμένα από την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινωνία, αποτελούσαν, λαθεμένα, το μέτρο σύγκρισης της ευσέβειας και της ηθικής για τους Ιουδαίους. Αντίθετα οι τελώνες ήταν η προσωποποίηση της αδικίας και της αμαρτωλότητας . Ως φοροεισπράκτορες των κατακτητών Ρωμαίων διέπρατταν αδικίες, κλοπές, εκβιασμούς, τοκογλυφίες και άλλες ειδεχθείς ανομίες και γι' αυτό τους μισούσε δικαιολογημένα ο λαός. Δύο αντίθετοι τύποι της κοινωνίας, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τις δύο αυτές τάξεις, ανέβηκαν στο ναό να προσευχηθούν. Ο πρώτος ο νομιζόμενος ευσεβής, έχοντας την αυτάρκεια της δήθεν ευσέβειάς του ως δεδομένη, στάθηκε με έπαρση μπροστά στο Θεό και άρχισε να απαριθμεί τις αρετές του, οι οποίες ήταν πραγματικές. Τις εξέθετε προκλητικότατα εις τρόπον ώστε απαιτούσε από το Θεό να τον επιβραβεύσει γι' αυτές. Για να εξαναγκάσει το Θεό έκανε και αήθη σύγκρισή του με άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα με τον συμπροσευχόμενό του τελώνη.


Αντίθετα ο όντως αμαρτωλός τελώνης συναισθάνεται τη δεινή του κατάσταση και με συντριβή και ταπείνωση ζητεί το έλεος του Θεού. Αυτή η μετάνοιά του τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό. Γίνεται δεκτή η προσευχή του, σε αντίθεση με τον υποκριτή Φαρισαίο, ο οποίος όχι μόνο δεν έγινε δεκτή η προσευχή του, αλλά σώρευσε στον εαυτό του περισσότερο κρίμα,εξαιτίας της εγωπάθειάς του.